Συνεδρίαση ΕΣΕΞ
Ημερομηνία Παρέμβασης: 16/07/08
Εκδήλωση στην οποία εντάσσεται η Παρέμβαση: Συνεδρίαση ΕΣΕΞ
Ομιλητής: Πρόεδρος ΣΕΒΕ
Σκοπός Παρέμβασης: Θέσεις ΣΕΒΕ
Υπεύθυνοι προετοιμασίας Παρέμβασης: Μαρίνος Τσαγκαράκης / Μαρία Ζαρωτιάδη / Βάσω Λούντζη
Κύρια Σημεία Παρέμβασης:
1. Ανασκόπηση πορείας ελληνικών εξαγωγών
2. Προτάσεις ΣΕΒΕ
Κείμενο Παρέμβασης:
Η σημερινή συνεδρίαση, πραγματοποιείται μέσα σε ένα έντονο κλίμα πιέσεων οι οποίες ασκούνται στην παγκόσμια οικονομία και κατ? επέκταση στην ελληνική. Οι συνθήκες αυτές δυσχεραίνουν τη διενέργεια εμπορικών συναλλαγών λόγω του αυξανόμενου κόστους και της οικονομικής αστάθειας των τελευταίων μηνών.
Το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο για την τετραετία 2003-2006 επέδειξε τα απαιτούμενα αντανακλαστικά και επιτεύχθηκε σημαντική βελτίωση του εξαγωγικού όγκου της χώρας σε ποσοστό 31,5%. Ειδικότερα, η διετία 2004-2006 σημαδεύτηκε από αξιόλογες μεταβολές, με αποκορύφωμα την ετήσια αύξηση του 2006, η οποία με τα αναθεωρημένα στοιχεία άγγιξε το 14%. Οι επιδόσεις των ελληνικών εξαγωγών έπειτα από αυτή την αύξηση, σημείωσαν κάμψη το 2007, καθώς ο ρυθμός μεγέθυνσης υποχώρησε στο 4%. Σύμφωνα με την περιφερειακή μελέτη εξωτερικού εμπορίου που πραγματοποιήθηκε από το ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ, παρατηρείται ότι δύο από τις δεκατρείς περιφέρειες εξάγουν τα 2/3 του συνολικού εξαγωγικού όγκου της χώρας, ενώ από την άλλη τέσσερις από τις δεκατρείς περιφέρειες καταλαμβάνουν μερίδιο το οποίο δεν υπερβαίνει το 1%. Κατά συνέπεια, σε απόλυτες τιμές, ο κύριος όγκος του εξαγωγικού εμπορίου της χώρας στηρίζεται σε ένα σημαντικό βαθμό στις δύο μεγάλες περιφέρειες, Αττική και Κεντρική Μακεδονία. Ωστόσο, οι εξαγωγές της Κεντρικής Μακεδονίας εκφρασμένες σε ποσοστό του ΑΕΠ σημείωσαν για το 2006 σημαντική μείωση, καθώς ο δείκτης από 13,2% για το 2005, υποχώρησε στο 12% το 2006, καταγράφοντας παράλληλα χαμηλότερη τιμή και από αυτή του 2003. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τον δείκτη των εξαγωγών εκφρασμένες σε ποσοστό του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, με έτος βάσης το 2003, καθώς για το 2006 η Κεντρική Μακεδονία καταλαμβάνει την πρωτελευταία θεση μεταξύ των 13 περιφερειών, συνοδευόμενη από τη Δυτική Μακεδονία και την Αν. Μακεδονία & Θράκη που καταλαβάνουν την 11η και 13η θέση αντίστοιχα.
Το τελευταίο διάστημα, η αποθέρμανση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και κατ? επέκταση του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου είναι έντονη, γεγονός το οποίο επαληθεύουν και σχετικές μελέτες οι οποίες κατατάσουν τη χώρα μας σε χαμηλότερα επίπεδα ανταγωνιστικότητας για το 2007 συγκριτικά με το προηγούμενο έτος. Συπληρωματικά, η διαδραστική σχέση ανταγωνιστικότητας και εξαγωγών αποτυπώνεται και στο δείκτη εξαγωγικών προσδοκιών για το 2008 τον οποίο καταρτίζει ο ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΟΠΕ. Ο δείκτης, από τα τέλη του 2007 εισήλθε σε αρνητική πορεία, αγγίζοντας παράλληλα το χαμηλότερο επίπεδο των 2 τελευταίων ετών. Επιπρόσθετα, οι σωρευτικοί ανασταλτικοί παράγοντες για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, φαίνεται να επηρεάζουν το σύνολο του ελληνικού επιχειρείν, καθώς ο μέσος δείκτης των επιχειρηματικών προσδοκιών, σύμφωνα με έρευνα του ίδιου οργανισμού, υποχώρησε στα όρια του μακροχρόνιου μέσου όρου, της περιόδου 2001-2007.
Γίνεται αντιληπτό ότι με την υφιστάμενη κατάσταση, οι εξαγωγικές επιδόσεις της χώρας μας συγκριτικά με τις αντίστοιχες των υπολοίπων οικονομιών της Γηραιάς Ηπείρου, υστερούν ακόμη σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα κατέλαβε την 20η θέση μεταξύ των 27 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2007, με τη συνεισφορά της χώρας μας να ανέρχεται σε 0,4% επί των συνολικών ευρωπαϊκών εξαγωγών. Επίσης, η Ελλάδα για το ίδιο έτος καταλαμβάνει την προτελευταία θέση μεταξύ των 13 χωρών-μελών της Ευρωζώνης με τη χώρα μας να εξάγει το 0,6% του όγκου των χωρών που έχουν υιοθετήσει το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Σε ότι αφορά το τρέχον έτος, οι πιέσεις που ασκούνται στις ελληνικές εξαγωγές είναι εμφανείς, καθώς για την περίοδο Ιανουάριος-Μάιος 2008 ο εξαγωγικός όγκος συνεχίζει να υποχωρεί κατά 1.2% συγκριτικά με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, παρά την εντυπωσιακή αύξηση που σημείωσαν οι εξαγωγές τον τελευταίο μήνα κατά 21,2%.
Αναφορικά με τις εισαγωγές της χώρας μας, παρατηρείται για την πενταετία 2003-2007 συνεχής αύξηση, με μέσο ετήσιο ρυθμό 8,3%. Ο κύριος όγκος των εισαγωγών, σε ποσοστό 87% προέρχεται από τις δύο μεγάλες περιφέρειες της χώρας, Αττική και Κεντρική Μακεδονία. Μπορεί οι εξαγωγές της χώρας να σημείωσαν αξιόλογη βελτίωση τα τελευταία έτη, όμως ιδιαίτερα υψηλός ήταν και ο ρυθμός μεγέθυνσης των εισαγωγών. Αυτή η παράλληλη αυξητική τάση ανακλάται στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας το οποίο βαίνει αυξανόμενο τα τελευταία έτη με μέσο ετήσιο ρυθμό 7,9%.
Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες δεν είναι οι πλέον κατάλληλες το τρέχον διάστημα για τις εμπορευματικές συναλλαγές. Για το μήνα Μάιο ο πληθωρισμός στη χώρα μας εκτοξεύτηκε στο 4,9% συρρικνώνοντας ακόμη περισσότερο τα κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ συνεχίζεται η κούρσα της τιμής του πετρελαίου με ότι αυτό συνεπάγεται για το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Έντονες είναι και οι επιδράσεις στις εξαγωγές από την ανατίμιση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, καθώς οι πιέσεις που ασκούνται για τις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες είναι έντονες. Το μήνα Μάιο η αξία των εξαγωγών προς τις χώρες αυτές υποχώρησε περαιτέρω στο 29,4% του συνολικού εξαγωγικού όγκου της χώρας, το διάστημα που το ελληνικό εξωτερικό σημείωσε αξιόλογη αύξηση.
Οι προτάσεις και οι θέσεις του ΣΕΒΕ για βελτίωση της εξωστρέφειας και τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι συγκεκριμένες:
o Πρώτον, απαιτείται αναμόρφωση και διεύρυνση της υφιστάμενης εθνικής στρατηγικής των εξαγωγών. Καλούμε λοιπόν, όλα τα συναρμόδια υπουργεία και τους φορείς να συνεργαστούν για την κατάρτιση μίας ενιαίας εθνικής στρατηγικής εξαγωγών, η οποία θα είναι ευέλικτη και θα προσαρμόζεται αποτελεσματικά στις προκλήσεις. Μέσα στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, πέρα από την υιοθέτηση διεθνών πρακτικών που έχουν στεφθεί με επιτυχία (Best Practice: Ιρλανδία), οφείλουμε να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας στην αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, αλλά και στον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων δομών, όπως οι κτιριακές υποδομές, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, η εκπαίδευση και η πιστοποίηση.
o Επιπλέον, ενθαρρύνουμε τη συνεργασία των συναρμόδιων υπουργείων (ΥΠΟΙΟ, ΥΠΑΝ, ΥΠΕΞ, Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων) για την κατάρτιση ενός κοινού προγράμματος εξαγωγών, με έμφαση στην ενίσχυση της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας, μέσω της χρηματοδότησης τόσο των περιφερειακών δράσεων, όσο και των φορέων οι οποίοι συνεισφέρουν στην υλοποίηση των δράσεων αυτών. Τόσο οι φορείς όσο και οι δράσεις τους, θα πρέπει να αξιολογούνται και να επιλέγονται βάση διαφανών αξιοκρατικών διαδικασιών και κριτηρίων, κάτι το οποίο θα πρέπει να ισχύσει και για τις δράσεις του ΕΣΠΑ. Ο ΣΕΒΕ προτείνει τη συγχρηματοδότηση των φορέων με βασικό κριτήριο τον αριθμό των ενεργών μελών τους (ταμειακά ενήμερων) με μία ενδεικτική εισφορά της τάξης των 1000 ?/μέλος.
o Εντατικοποίηση δράσεων σε κλαδικό και περιφερειακό επίπεδο με την εφαρμογή στοχευμένων προγραμμάτων regional marketing σε κάθε ελληνική περιφέρεια σύμφωνα πάντα με τις ιδιαιτερότητες και τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα. Αυτή η ανάγκη προκύπτει έπειτα από διεξοδική ανάλυση του εξωτερικού εμπορίου της χώρας από το ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ για την πενταετία 2003-2007. Η ανάδειξη και η βελτίωση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της κάθε περιφέρειας και του κάθε νομού κρίνεται αναγκαία για την πλειοψηφία των ελληνικών περιφερειών.
o Απαλλαγή των επιχειρήσεων από τα περαιτέρω κόστη και λήψη μέτρων για την επίλυση κρίσιμων ζητημάτων, με τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων, ώστε να περιορίζονται τα αντικίνητρα για ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι παρατεταμένες κινητοποιήσεις των εργαζομένων στα λιμάνια της χώρας, οι απεργίες στη ΔΕΗ, στις οδικές μεταφορές και, πολύ πρόσφατα, στους γεωπόνους δημοσίους υπαλλήλους επιβάρυναν άμεσα τις ελληνικές επιχειρήσεις. Επίσης, ο ΣΕΒΕ προτείνει την εξαίρεση-απαλλαγή από το ΕΤΑΚ των ιδιοχρησιμοποιούμενων κτισμάτων των επιχειρήσεων και την άμεση κατάργηση του κατώτερου ορίου του ενός ευρώ. Είναι γεγονός ότι η πρόσφατη επιβολή του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων (ΕΤΑΚ) είναι εξαιρετικά επιβαρυντική, ειδικά για επιχειρήσεις οι οποίες έχουν κτίρια μεγάλης επιφάνειας και σχετικά μικρής αξίας (πχ συσκευαστήρια φρούτων, κτηνοτροφικές μονάδες, αποθήκες αγροτικών προϊόντων, κ.λ.π.).



