Θέσεις ΣΕΒΕ για το ενεργειακό κόστος στη Βιομηχανία
Υιοθέτηση ενεργειακής πολιτικής προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας
Πρέπει άμεσα να υιοθετηθεί μία ενεργειακή πολιτική πιο φιλική προς τις παραγωγικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις της χώρας, καθώς πλέον είναι έντονα ορατό το φαινόμενο να χαθούν εκ νέου δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ειδικά για τις βαριές βιομηχανίες οι οποίες είναι έντασης ενέργειας και απασχολούν μεγάλο αριθμό εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και ενδοκλαδικά κινούν ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας αγοράς, θα πρέπει να προβλεφθεί μία ειδική ενεργειακή πολιτική που θα συμβάλλει στην επιβίωση τους.
Πρέπει σύντομα να γίνει κατανοητό το πόσο απαραίτητη και ζωτική για τη χώρα είναι η πολιτική απόφαση για εξορθολογισμό του κόστους Ενέργειας της Ελληνικής Βιομηχανίας.
Οι προεκτάσεις που μπορεί να λάβει η αδυναμία λειτουργίας τέτοιων επιχειρήσεων εξαιτίας του υψηλού κόστους ενέργειας είναι ανυπολόγιστες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, για κάθε μία θέση εργασίας που χάνεται στη βιομηχανία, χάνονται άλλες 6 θέσεις εργασίας στην υπόλοιπη αγορά και αντίστροφα (Εργολάβοι, Μεταφορικές Εταιρείες, Εκτελωνιστές, Διαφημιστικές, Δικηγόροι κτλ).
Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι εφόσον μειωθεί το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος, θα ενεργοποιηθεί μία αναπτυξιακή διαδικασία που μπορεί να βελτιώσει τα πράγματα τόσο στην ελληνική οικονομία, όσο και στην ελληνική κοινωνία. Ένας εξορθολογισμός του κόστους ενέργειας, αυτομάτως μειώνει το κόστος παραγωγής, καθιστά πιο ανταγωνιστική την τιμή του παραγόμενου προϊόντος, τα οποία στις πιο πολλές περιπτώσεις ποιοτικά δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα Δυτικοευρωπαικά. Αυτό συνεπάγεται αύξηση των παραγγελιών και των πωλήσεων για τους Έλληνες επιχειρηματίες και ειδικά τους εξαγωγείς, αύξηση της παραγωγική δυναμικής και προσλήψεις ανθρώπινου δυναμικού και εισροή ξένου συναλλάγματος στη χώρα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να γίνει αντιληπτό ότι η αύξηση της παραγωγικής δυναμικής συνεπάγεται αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας, επομένως οι απώλειες εσόδων των παρόχων ενέργειας και του κράτους είναι μηδενικές, τα οφέλη ωστόσο είναι πολλαπλασιαστικά.
Περαιτέρω μείωση και διαπραγμάτευση της τιμής προμήθειας του φυσικού αερίου και μετακύλιση της έκπτωσης στην πραγματική οικονομία
Είναι γεγονός ότι η καθαρή τιμή της MWh (χωρίς την προσαύξηση του ΕΦΚ) για τους Έλληνες καταναλωτές και τις ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις μέχρι και πρότινος ήταν αυξημένη περίπου κατά 35% σε σχέση με τον κοινοτικό Μέσο όρο, καθώς το 2012 η μέση τιμή του φυσικού αερίου ανήλθε περίπου σε 60€/ MWh.
Οπωσδήποτε θεωρούμε ότι η κίνηση της κυβέρνησης για επαναδιαπραγμάτευση της τιμής προμήθειας του φυσικού αερίου και την ονομαστική έκπτωση της τάξης του 15% είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο είναι σημαντικό να γίνει περαιτέρω επαναδιαπραγμάτευση της τιμής προμήθειας του φυσικού αερίου, καθώς ακόμα παραμένουμε 20%-25% ακριβότεροι σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο. Ακόμα, αναγκαίο κρίνεται η όποια έκπτωση επιτευχθεί να μετακυλιστεί στο ακέραιο στα τιμολόγια των καταναλωτών και να μην αξιοποιηθεί ως μέσο βελτίωσης των ισολογισμών της ΔΕΠΑ και των θυγατρικών της, καθώς ήδη από την έκπτωση του 15%, εκτιμάται ότι η καθαρή ωφέλεια από την έκπτωση στον τελικό καταναλωτή κυμαίνεται στο 10%-12%.
Δραστική μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο φυσικό αέριο
Στην ήδη υψηλή τιμή παροχής της MWh, έρχεται να προστεθεί και ο ιδιαίτερα βαρύς Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ). Σε μελέτη του το 2011, λίγο πριν την επιβολή του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο, ο ΙΟΒΕ προέβλεπε ότι η επιβολή του ΕΦΚ θα προκαλέσει μείωση του ΑΕΠ κατά 2,8 δισ. ευρώ και θα επιφέρει απώλεια 46.450 θέσεων εργασίας.
Παρόλα αυτά, το ελληνικό κράτος, όχι μόνο επέβαλλε ΕΦΚ στο φυσικό αέριο, αλλά αξιοποίησε στο μέγιστο δυνατό το ύψος επιβολής του ειδικού αυτού φόρου που προβλεπόταν από τη σχετική κοινοτική οδηγία. Συγκεκριμένα, ενώ η κοινοτική οδηγία δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη ο ΕΦΚ στο αέριο να κυμανθεί από τα 0,54 έως τα 5,4 ευρώ/MWh, η ελληνική κυβέρνηση –προφανώς για δημοσιονομικούς λόγους- επέλεξε τον Σεπτέμβριο του 2011 τον υψηλότερο συντελεστή, δηλαδή τα 5,4 ευρώ/MWh. Να σημειωθεί ότι μέχρι τότε δεν επιβαλλόταν ΕΦΚ στο αέριο. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 10% του κόστους Φυσικού Αερίου. Να σημειωθεί ότι στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο ΕΦΚ στο αέριο είναι κάτω από 1€/MWh.
Δεδομένων των συνθηκών που επικρατούν αυτή τη στιγμή στην αγορά, η δραστική μείωση του ΕΦΚ στην κατανάλωση του φυσικού αερίου είναι το ελάχιστο δυνατό που πρέπει να γίνει. Να σημειωθεί επίσης, ότι η μείωση του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο είναι μία ενέργεια η οποία δεν εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες (π.χ: προμηθευτές), αλλά αποτελεί καθαρά μία πολιτική απόφαση η οποία μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στο ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων.
Μείωση συνολικής επιβάρυνσης (φορολογικής και μη) στην ηλεκτρική ενέργεια
Το συνολικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας προς τους καταναλωτές συνολικά και ειδικά τους βιομηχανικούς καταναλωτές, είναι ιδιαίτερα υψηλό και σαφώς υψηλότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο. Ωστόσο, το υψηλό αυτό κόστος προέρχεται κυρίως από την επιβολή φόρων στην καθαρή τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στην ηλεκτρική ενέργεια επιβάλλονται σήμερα 4 διαφορετικοί φόροι. Έτσι, ναι μεν η καθαρή τιμή της MWh τα τελευταία έτη παρέμεινε σταθερή, ωστόσο η επιπλέον φορολογική επιβάρυνση, ανέρχεται στο 16%-20%. Συγκεκριμένα, στο τιμολόγιο της ΔΕΗ συμμετέχουν με ποσοστό πάνω από 10% διάφορες επιβαρύνσεις, όπως Φόρος για Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Ειδικό Τέλος ΑΠΕ Ν.2773/99), Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (2,5€/MWh), Φόρος για Τελωνειακούς (ΔΕΤΕ) κ.α.
Σε σχέση με όλα τα παραπάνω κόστη, να επισημανθεί ότι παρά την κατανόηση για εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) από τη ΔΕΗ (N. 4067/2012), δεν είναι ορθό την κοινωνική πολιτική αυτή να την επωμίζονται οι υπόλοιποι καταναλωτές. Ειδικά στην περίπτωση των επιχειρήσεων η επιβάρυνση που προκύπτει από τις ΥΚΩ είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν καθημερινά να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους και πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η επιβολή αυτού του επιπλέον κόστους θα οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά.
Συν τοις άλλοις, να υπενθυμίσουμε ότι από τον Αύγουστο του 2008, επιβλήθηκε αυθαίρετα και μονομερώς αύξηση 10% στα τιμολόγια της ΔΕΗ.
Για μια βιομηχανία Υψηλής Τάσης η χρέωση προς τη ΔΕΗ είναι πάνω από 4.000.000€ το χρόνο (για πάνω από 50.000ΜWh και μέση τιμή 80€/MWh με 90€/MWh) οπότε όλοι αυτοί οι φόροι ανεβάζουν το τελικό κόστος προϊόντος κατά πολύ πάνω από τους ανταγωνιστές μας στις διεθνείς αγορές.
Υιοθέτηση της «διακοψιμότητας» παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές
Υιοθέτηση της πρακτικής της «διακοψιμότητας» παροχής ηλεκτρικού ρεύματος από τη ΔΕΗ για τους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές σε περιόδους με υψηλές ανάγκες κατανάλωσης, με αντίστοιχο χρηματοοικονομικό αντάλλαγμα προς αυτές. Η συγκεκριμένη πρακτική είναι ιδιαίτερα συνήθης στο εξωτερικό και σε περίοδο οικονομικής ύφεσης, όπως αυτή που διανύουμε, όπου οι παραγγελίες και η παραγωγή είναι αισθητά μειωμένες, μία τέτοια πρακτική μπορεί να οδηγήσει μερικώς σε οικονομική ελάφρυνση και μείωση του κόστους παραγωγής των μεγάλων παραγωγικών μονάδων.
Να τονισθεί ότι επανειλημμένα η ΔΕΗ έχει έρθει με δική της πρωτοβουλία στο παρελθόν σε επικοινωνία με μεγάλες βιομηχανίες, απαιτώντας σε ιδιαίτερα στενά χρονικά περιθώρια σχετικά στοιχεία (τελευταία φορά Αύγουστος 2013), με σκοπό να εξετάσει το θέμα της εφαρμογής της διακοψιμότητας, αλλά ουδέποτε προχώρησε στην πράξη.
Παροχή κινήτρων στις επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας
Κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική η αναβάθμιση των επιχειρήσεων σε ότι αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας και τη μείωση του ενεργειακού τους αποτυπώματος. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης ρευστότητας και της αδυναμίας χρηματοδότησης τέτοιων επενδύσεων θα πρέπει να δοθούν κίνητρα από το κράτος προκειμένου να προχωρήσουν οι επιχειρήσεις σε τέτοιου είδους επενδύσεις. Συγκεκριμένα προτείνουμε να δίνεται όπως στο παρελθόν φοροαπαλλαγή μέσω αναπτυξιακού νόμου στις επιχειρήσεις. Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να γίνει αφενός με καλύτερους συντελεστές, αφετέρου να επισπευστεί η διαδικασία έγκρισης των ήδη εκκρεμών επενδύσεων.
Σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης των επενδύσεων μέσω αναπτυξιακού νόμου, ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι επιχειρήσεις-μέλη του ΣΕΒΕ έχουν προχωρήσει και ολοκληρώσει τις σχετικές επενδύσεις εδώ και πάνω από 3 έτη και ακόμα εκκρεμεί η έγκριση τους λόγω ελλιπούς οργάνωσης του ελεγκτικού μηχανισμού. Σε αυτήν την περίπτωση και εφόσον το κράτος αδυνατεί να λειτουργήσει ορθά ένα τέτοιο μηχανισμό, προτείνουμε ο ίδιος ο επιχειρηματίας να μπορεί να προσφύγει σε ιδιωτική εταιρία με πιστοποιημένους ελεγκτές προκειμένου να κάνει τη σχετική αυτοψία.
Άρση των στρεβλώσεων στην αγορά ενέργειας από τη δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ
Είναι γεγονός ότι στην αγορά ενέργειας υπάρχουν σημαντικές στρεβλώσεις με αποτέλεσμα το αυξημένο ενεργειακό κόστος και την ανασφάλεια που προκαλείται στους καταναλωτές από τη δεσπόζουσα και μονοπωλιακή θέση της ΔΕΗ. Μάλιστα, σύμφωνα με απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας-ΡΑΕ (Απόφαση ΡΑΕ 895/2012), η θέση της ΔΕΗ σήμερα στην αγορά έχει χαρακτηριστεί ως «καταχρηστική».
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η χρέωση εκπομπών CO2 η οποία προστέθηκε ξαφνικά τον Ιανουάριο του 2013 και ανεβάζει το τελικό κόστος ενέργειας κατά 5%. Το κόστος εκπομπών διοξειδίου του Άνθρακα CO2 είναι ένα από τα πολλά κόστη παραγωγής Ηλεκτρικού Ρεύματος της ΔΕΗ και δε θα πρέπει να μετακυλύετε στους πελάτες της, αλλά αντίθετα θα πρέπει η ΔΕΗ να προβεί σε ενέργειες για μείωση του κόστους του, εκσυγχρονίζοντας τις μονάδες της ή και μεγαλώνοντας τη συμμετοχή των Υδροηλεκτρικών Μονάδων στη παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος. Σημειώνεται ότι οι Υδροηλεκτρικές Μονάδες δεν επιβαρύνονται με χρέωση εκπομπών CO2.
Ανάγκη ευελιξίας και εξατομίκευσης της ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τις ανάγκες της εκάστοτε επιχείρησης
Δεδομένης και της δύσκολης χρηματοοικονομικής κατάστασης που έχουν περιέλθει οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις, κρίνεται σκόπιμο να εφαρμοστεί για τους καταναλωτές μέσης και υψηλής τάσης μία πολιτική ευελιξίας και εξατομίκευσης στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τις ανάγκες της εκάστοτε επιχείρησης.
Σταθεροποίηση των χρεώσεων του κόστους ενέργειας
Αναμφίβολα το ενεργειακό κόστος αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος του συνολικού λειτουργικού κόστους και σε κάποιες περιπτώσεις βιομηχανιών έντασης ενέργειας μπορεί να αγγίξει ακόμα και το 60% του κόστους παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο προτείνουμε να δημιουργηθεί ένα σταθερό σύστημα χρεώσεων ενέργειας για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Η σταθερότητα στις χρεώσεις του ενεργειακού κόστους το οποίο πλέον είναι αδύνατον να υπολογιστεί από τις επιχειρήσεις καθώς οι αλλαγές στις χρεώσεις και στην επιβολή τελών και φορών είναι συχνές, κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη τόσο για τη λειτουργία των υφιστάμενων επιχειρήσεων, όσο και για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων από το εξωτερικό.



