Α. Επιτάχυνση επιστροφής ΦΠΑ σε επιχειρήσεις με υψηλό βαθμό φορολογικής συμμόρφωσης
Στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ρευστότητας της αγοράς και την ανάγκη επίσπευσης της Διαδικασίας επιστροφής ΦΠΑ σε εξαγωγικές κυρίως επιχειρήσεις, η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Κατερίνα Σαββαΐδου υπέγραψε απόφαση (
ΠΟΛ. 1212/26-09-2014) για τη δημιουργία ειδικού καταλόγου επιχειρήσεων με σκοπό την άμεση, κατά προτεραιότητα και χωρίς έλεγχο επιστροφή ΦΠΑ σε αυτές.
Β. Απόδοση του ΦΠΑ κατά το χρόνο είσπραξης
Με την απόφαση ΠΟΛ. 1214/30-09-2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων Κατερίνας Σαββαΐδου τίθεται σε εφαρμογή από την 1 Οκτωβρίου 2014 το ειδικό καθεστώς απόδοσης του ΦΠΑ κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής. Η εφαρμογή του ειδικού αυτού καθεστώτος εντάσσεται σε σειρά μέτρων για την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων, κυρίως, επιχειρήσεων και τη δημιουργία ενός φιλικότερου προς τις επιχειρήσεις πλαισίου λειτουργίας τους.
Η επιχείρηση, που εντάσσεται στο ειδικό καθεστώς, αποδίδει στο Δημόσιο το ΦΠΑ στα τιμολόγια που εκδίδει κατά το χρόνο είσπραξης του τιμολογίου και αντίστοιχα ασκεί το δικαίωμα έκπτωσης κατά το χρόνο που πληρώνει τους προμηθευτές της. Ομοίως, οι πελάτες των επιχειρήσεων του ειδικού καθεστώτος ασκούν το δικαίωμα έκπτωσης κατά το χρόνο εξόφλησης των τιμολογίων τους από τις επιχειρήσεις του ειδικού καθεστώτος.
Γ. Διευκρινίσεις για την έκπτωση δαπανών άνω 500 ευρώ
Διευκρινίσεις σχετικά με την έκπτωση ή μη κάθε είδους δαπάνης που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφλησή τους δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, καθώς και τις περιπτώσεις υποχρεωτικής πληρωμής μέσω τραπεζικού συστήματος όλων των συναλλαγών, το ύψος των οποίων ξεπερνά τα 500 ευρώ, παρέχονται μέσα από σχετική εγκύκλιο ΠΟΛ 1216/2014 της Γ.Γ. Δημοσίων Εσόδων.
Η υποχρεωτική πληρωμή μέσω τραπεζικού συστήματος των συναλλαγών άνω των 500 ευρώ ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2014, ενώ η εγκύκλιος διευκρινίζει τα εξής:
α) Γίνεται δεκτός ο λογιστικός συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων άνω των 500 ευρώ ως τρόπος εξόφλησης, χωρίς να απαιτείται η χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής για την έκπτωση δαπάνης.
β) Η εκκαθάριση στην περίπτωση πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών για λογαριασμό τρίτου εξοφλείται με τραπεζικό μέσο πληρωμής, εφόσον το προς απόδοση ποσό μετά την αφαίρεση της προμήθειας του εντολοδόχου ξεπερνά τα 500 ευρώ.
γ) Αντιμετωπίζεται το πρόβλημα των πληρωμών σε ημέρες και ώρες πέραν του ωραρίου λειτουργίας των τραπεζών σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. απομακρυσμένες περιοχές, πρόσωπα που δεν διαθέτουν τα μέσα για την ηλεκτρονική εκτέλεση τραπεζικών συναλλαγών κ.λπ.), όπου γίνεται δεκτό ότι αρκεί ο προμηθευτής να καταθέσει τις εισπράξεις σε μετρητά εντός δύο εργάσιμων ημερών.
Δ. Παράνομη έκρινε με απόφαση της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) πράξη του προϊσταμένου του ΣΔΟΕ με την οποία δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί επιχειρηματία λόγω ενδείξεων φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας
Η δέσμευση είχε γίνει το 2011 και αφορούσε σε πάσης φύσεως τραπεζικούς λογαριασμούς και τραπεζικά προϊόντα του επιχειρηματία, ο οποίος εμπορεύονταν γεωργικά μηχανήματα στη Θράκη.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ στην σχετική απόφαση που εξέδωσε σημειώνει ότι η πράξη με την οποία διατάχθηκε η δέσμευση των τραπεζικών προϊόντων στερείται νομίμου ερείσματος, διότι εκδόθηκε βάση του άρθρου 30 παρ. 5 του Ν. 3296/2004. Το συγκεκριμένο άρθρο κρίθηκε αντίθετο στα άρθρα 5,17 και 25 του Συντάγματος και στο πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.
Επιπλέον, το ΣτΕ έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η επίμαχη διάταξη αφήνει ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση, χρησιμοποιεί αόριστες έννοιες και δεν καθορίζει με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τις προϋποθέσεις επιβολής του μέτρου.
Ακόμη, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο επισημαίνει πως η διάταξη δεν θέτει περιορισμό στην έκταση και στη διάρκεια της δέσμευσης, δεν ρυθμίζει τη διαδικασία επιβολής και άρσης της με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητά της.
Σύμφωνα μάλιστα με την απόφαση της Ολομέλειας η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών πράγματι αποσκοπεί μεν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για να διατηρούνται τα περιουσιακά στοιχεία του ελεγχομένου και να είναι δυνατή η ικανοποίηση αξιώσεων του δημοσίου, αυτό όμως δεν αρκεί για να καταστήσει συνταγματικά ανεκτή μια τόσο σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου.
Με το σκεπτικό αυτό η Ολομέλεια έκανε δεκτή σχετική παραπεμπτική απόφαση του Δ΄ Τμήματος.