Προβλήματα στις εξαγωγικές επιχειρήσεις από την εξαγγελθείσα απεργία των γεωτεχνικών
Μεγάλα προβλήματα στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων θα προκαλέσει η απεργία των γεωτεχνικών δημοσίων υπαλλήλων που προκηρύχθηκε από αύριο 16-09-03 και μάλιστα επ’ αόριστο, η οποία αναμένεται να προκαλέσει αδυναμία πραγματοποίησης ποιοτικών και φυτοϋγειονομικών ελέγχων των νωπών και μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων, όπως αναφέρει ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, σε υπόμνημα που απέστειλε προς τους υπουργούς Γεωργίας Γεώργιο Δρυ, Οικονομίας και Οικονομικών Νίκο Χριστοδουλάκη, Εσωτερικών Κώστα Σκανδαλίδη και Εργασίας Δημήτρη Ρέππα καθώς και τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων Νίκο Κακαβά.
Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις, τονίζεται στο υπόμνημα, θα βρεθούν για μία ακόμη φορά όμηροι στη δεινή θέση να αναστείλουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα, να αδυνατούν να εκτελέσουν παραγγελίες αγοραστών του εξωτερικού και να εμποδίζονται να προμηθευτούν πρώτες ύλες από το εξωτερικό ώστε να προχωρήσουν στην παραγωγική/μεταποιητική διαδικασία.
Πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για ευαίσθητα προϊόντα που θα αντιμετωπίσουν άμεσο κίνδυνο αλλοίωσης και καταστροφής τους αλλά και άλλους κινδύνους (φθορών και κλοπών στους χώρους αποθήκευσης, στη δημόσια υγεία, κ.λ.π.), τονίζεται επίσης, ότι οι επιχειρήσεις παραγωγής, εμπορίας, τυποποίησης-διακίνησης και μεταποίησης αγροτικών προϊόντων δέχθηκαν ήδη ένα σημαντικό χτύπημα τη φετινή χρονιά λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και η επικείμενη απεργία θα είναι γι’ αυτές το χαριστικό πλήγμα.
Για τους παραπάνω λόγους ο ΣΕΒΕ καλεί τα δύο μέρη να αναλάβουν τις ευθύνες τους και ζητά την αναστολή των κινητοποιήσεων ώστε να μην σταματήσει ούτε λεπτό η δραστηριότητα των εξαγωγικών επιχειρήσεων και τη συνέχιση της διαδικασίας διαβούλευσης μεταξύ των δύο μερών μέχρι την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης.
Οποιοδήποτε επιπλέον πρόβλημα στις επιχειρήσεις του ήδη συρρικνωμένου κλάδου, καταλήγει το υπόμνημα του ΣΕΒΕ, θα δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την προσπάθειά τους να διατηρήσουν και να επαυξήσουν το μερίδιο αγοράς που κατέχουν σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και θα επιφέρει περαιτέρω αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και επιχειρήσεων και της εθνικής μας οικονομίας γενικότερα.



