Ελληνικές εξαγωγές δομικών υλικών και μαρμάρου
Ανοδική πορεία ακολούθησαν οι ελληνικές εξαγωγές των δομικών υλικών κατά τη διάρκεια της περιόδου 1998-2002, σύμφωνα με την πορεία των πιο ενδεικτικών υποκλάδων, όπως προκύπτει από μελέτη του Ινστιτούτου Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών, του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, με αφορμή τη διεθνή κλαδική έκθεση της HELEXPO, INFACOMA-MARMIN. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε το 2001 όταν σημειώθηκε σημαντική πτώση. Ο κλάδος, όπως δείχνει η μελέτη του ΣΕΒΕ, κατέγραψε στην εξεταζόμενη πενταετία μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 4,3%, ενώ σε σχέση με το σύνολο των ελληνικών εξαγωγών αποτελεί το 7,5%.
Πιο αναλυτικά, αναφορικά με τις εξαγωγές ορυκτών προϊόντων της χώρας μας παρατηρούμε ότι αποτελούν το 21,6% του συνόλου των εξαγωγών όλων των παραπάνω υποκλάδων δομικών υλικών. Οι εν λόγω εξαγωγές ακολούθησαν σταθερά πτωτική πορεία με μοναδική εξαίρεση το 2000, με αποτέλεσμα να καταγραφεί μέση ετήσια πτώση της τάξης του 8,9%. Αναφορικά με τις χώρες προορισμού, οι μεγαλύτερες αγορές όπου κατευθύνονται τα ορυκτά προϊόντα είναι οι Η.Π.Α. με μερίδιο 21,2%, το Ην. Βασίλειο με 14,1%, η Ιταλία με 7,2%, η Αλβανία με 6,9% και η Κίνα με 6,6%.
Σε ότι αφορά στην πορεία των εξαγωγών προϊόντων από πέτρες, γύψο, τσιμέντο κ.α., αυτή χαρακτηρίζεται από συνεχείς διακυμάνσεις. Ως εκ τούτου, ο υποκλάδος κατέγραψε μέση ετήσια μείωση για την εξεταζόμενη πενταετία της τάξης του 3,6%, ενώ καταλαμβάνει μερίδιο 9,1%. Οι κυριότερες χώρες όπου εξάγονται τα εν λόγω προϊόντα είναι οι Η.Π.Α. με μερίδιο 17,8%, η Κύπρος με 7,3%, η Ισπανία με 6,4% και το Ισραήλ με 5,3%.
Οι εξαγωγές της προϊόντων κεραμευτικής (τούβλα, πλακίδια, κεραμίδια κλπ) της χώρας μας ακολούθησαν πτωτική πορεία την τελευταία διετία, ενώ για όλη την εξεταζόμενη πενταετία καταγράφηκε μέση ετήσια μείωση της τάξης του 4,1%. Επιπλέον, οι εξαγωγές προϊόντων κεραμευτικής καταλαμβάνουν μερίδιο της τάξης του 5%, το μικρότερο σε σχέση με τους υπόλοιπους εξεταζόμενους υποκλάδους. Οι εξαγωγές του εν λόγου υποκλάδου κατευθύνονται κατά κύριο λόγο στην Αλβανία με μερίδιο 19,1%, στην Π.Γ.Δ.Μ. με 13,4%, στην Κύπρο με 9,8%, στη Βουλγαρία με 7,3% και τη Σερβία-Μαυροβούνιο με 5,9%.
Σε αντίθεση, οι εξαγωγές πλαστικών της Ελλάδας ακολούθησαν σταθερά ανοδική πορεία κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, εξαιρουμένου του έτους 2001, ενώ καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο τάξης του 55,8%. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι ο εν λόγω υποκλάδος σημείωσε την υψηλότερη μέση ετήσια αύξηση, η οποία ανήλθε σε 18,1%. Σχετικά με την κατάταξη των χωρών όπου κατευθύνονται τα ελληνικά πλαστικά, τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν η Τουρκία με μερίδιο 11,9%, η Ιταλία με 11,8%, η Βουλγαρία με 7,5%, η Γερμανία με 5,6% και η Ρουμανία με 4,9%.
Τέλος, αναφορικά με τις ελληνικές εξαγωγές μαρμάρου, αυτές ακολούθησαν ανοδική πορεία τη διετία 2000 και 2001, ενώ το 2002 καταγράφηκε σημαντική ετήσια πτώση. Ωστόσο, ο υποκλάδος κατέγραψε μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 1,8% για τη διάρκεια της εξεταζόμενης πενταετίας 1998-2002. Επιπλέον, ο εν λόγω υποκλάδος καταλαμβάνει μερίδιο της τάξης του 8,5%. Μεγαλύτερη αγορά για το ελληνικό μάρμαρο παραμένει η αγορά της Κίνας με μερίδιο 20,5% και συνεχής ανοδική πορεία. Ακολουθούν οι αγορές της Ισπανίας και των Η.Π.Α. με ισάξια μερίδια 9,3%, της Γερμανίας με 5%, του Χονγκ-Κονγκ με 4,7% και της Ιαπωνίας με 4,6%.



