Εξαγωγική πορεία του κλάδου των τροφίμων-ποτών
Ο κλάδος των τροφίμων-ποτών1 αποτελεί τον κλάδο με την υψηλότερη συμβολή στις ελληνικές εξαγωγές κατέχοντας ποσοστό 17,9% αφήνοντας τρίτο τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας & ένδυσης που κυριαρχούσε μέχρι το 2004. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών έχει διαγράψει τα τελευταία χρόνια ανοδική πορεία απαριθμώντας περίπου 1.400 επιχειρήσεις. Η ανάλυση της πορείας του εξωτερικού εμπορίου του συγκεκριμένου κλάδου βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία της Eurostat, Επίσημης Στατιστικής Υπηρεσίας της Ε.Ε., τα οποία επεξεργάστηκαν από το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ).
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, oι ελληνικές εισαγωγές παρουσιάζουν αυξητική πορεία κατά τη διάρκεια όλης της εξεταζόμενης περιόδου 2001-2005 ενώ στον αντίποδα οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση μόνο το 2003 και 2005, καταγράφοντας ωστόσο μέση ετήσια αύξηση 2,4% για την εξεταζόμενη περίοδο 2001-2005. Το εμπορικό ισοζύγιο του εν λόγω κλάδου παραμένει ελλειμματικό για την χώρα μας παρουσιάζοντας ωστόσο ετήσια μείωση του ελλείμματος το 2005 της τάξης του 19,9%. Ο κλάδος των τροφίμων-ποτών στην Κεντρική Μακεδονία κατέχει την 2η θέση κατέχοντας μερίδιο 21,1% στο σύνολο των εξαγωγών της περιφέρειας, το 5,3% στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγών, ενώ το στο σύνολο των εξαγωγών του κλάδου της Ελλάδας κατέχει το 29,2%.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση των ελληνικών εισαγωγών ανά χώρα, οι πρώτες χώρες εισαγωγής προϊόντων του εν λόγω κλάδου για το 2005 είναι η Ολλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία με μερίδια 16,9%, 14,2%, 13,5% και 10,7%, αντίστοιχα καταγράφοντας και οι τέσσερις αυξητική πορεία.
Οι δύο πρώτες χώρες προορισμού των ελληνικών προϊόντων του κλάδου είναι η Ιταλία με μερίδιο 22,7% και η Γερμανία με 16,8% καταγράφοντας ετήσια αύξηση 6,6% και 1,9%, αντίστοιχα καθιστώντας έτσι την Γερμανία 2η χώρα προορισμού από 1η που ήταν το 2004. Ακολουθούν το Ην. Βασίλειο, η Ισπανία, οι ΗΠΑ και η Κύπρος με μερίδια 8,1%, 5,4%, 4,7% και 4,4%, αντίστοιχα. Αξίζει να επισημανθεί ότι στις 9 πρώτες χώρες προορισμού σημειώθηκε αύξηση των εξαγωγών για την περίοδο 2001-2005.
Ο πρώτος εξαγώγιμος κλάδος των τροφίμων-ποτών για την Ελλάδα και το έτος 2005 είναι τα μεταποιημένα λαχανικά και φρούτα, τα οποία παρά την μικρή ετήσια μείωση της τάξης του 0,6% κατέλαβαν μερίδιο 20,5%. Ακολουθούν οι καρποί και τα νωπά φρούτα με μερίδιο 18,3% (ετήσια μείωση 4,6%), τα λίπη και τα έλαια με 15,3% (ετήσια αύξηση 8,4%) και τα ιχθυηρά με 12,8% (ετήσια αύξηση 10%).
Στη συνέχεια ακολουθεί συνοπτική αναφορά των βασικών προϊόντων των κυριότερων εξαγώγιμων κλάδων (άνω του 5% στο σύνολο του κλάδου τροφίμων-ποτών):
Στις εξαγωγές παρασκευασμένων λαχανικών και φρούτων, τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν τα ροδάκινα με μερίδιο 26,1% και οι ελιές με μερίδιο 24,7%. Ακολουθούν τα παρασκευάσματα ντομάτας με μερίδιο 5,7%.
Όσον αφορά στα νωπά φρούτα και καρπούς, τις πρώτες θέσεις κατέχουν τα επιτραπέζια σταφύλια, τα πορτοκάλια, τα αμύγδαλα και τα ροδάκινα με μερίδια 23,3%, 16,5%, 8% και 7,5%, αντίστοιχα. Εντύπωση προκαλούν τόσο η σχεδόν διπλάσια αύξηση των φρέσκων ή ξερών αμυγδάλων το 2005 όσο και η τετραπλάσια μείωση του 2004 και η ταυτόχρονη τριπλάσια αύξηση το επόμενο έτος των νωπών ροδάκινων.
Την πρώτη θέση στη σχετική κατάταξη των λιπών και ελαίων κατέχει το παρθένο ελαιόλαδο με μερίδιο 69,5% και ακολουθεί το παρθένο φωτιστικό ελαιόλαδο με 11,3%, καταγράφοντας αυξητική μέση ετήσια τάση.
Τα πρώτα εξαγώγιμα προϊόντα ιχθυηρών είναι οι νωπές ή διατηρημένες με απλή ψύξη τσιπούρες (20%), τα λιθρίνια, φαγκριά, συναγρίδες (18,7%) και τα λαβράκια (16,9%) καταγράφοντας όλα μέση ετήσια αύξηση.
Το πρώτο και βασικό εξαγώγιμο γαλακτοκομικό προϊόν, όπως ήταν αναμενόμενο είναι η φέτα με μερίδιο 54,7% και μέση ετήσια αύξηση 7,2% για την περίοδο 2001-2005.
Τις τρεις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των ποτών και αναψυκτικών κατέχουν τα κόκκινα κρασιά, το ούζο και τα κρασιά Ονομασίας Προέλευσης με μερίδια 14%, 12% και 10,6%, αντίστοιχα.
Η εξαγωγική πορεία του κλάδου διαφαίνεται ευοίωνη και με σημαντικές προοπτικές. Οι επιχειρήσεις του κλάδου, ακόμα και οι μικρού μεγέθους, εκτιμάται ότι είναι σε θέση να καταστούν ανταγωνιστικές στο εξωτερικό, επενδύοντας κυρίως στο εξαγωγικό μάρκετινγκ και σε θέματα συσκευασίας, πιστοποίησης και τυποποίησης των προϊόντων τους.
Επίσης, η αναγνώριση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της μεσογειακής διατροφής, καθιστά εφικτή τη διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης του κλάδου τροφίμων και ποτών όχι μόνο σε παραδοσιακές αλλά και σε νέες αναδυόμενες αγορές. Κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας θεωρούνται η έμφαση στα καινοτόμα προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία, καθώς και η δημιουργία brand names τα οποία θα χαρακτηρίζουν τα ελληνικά προϊόντα ως αυθεντικά, υγιεινά και ασφαλή για τον καταναλωτή.
Ολόκληρο το Δελτίο Τύπου με τους σχετικούς πίνακες βρίσκεται εδώ



