Ημερίδα ΥΠΕΞ-ΥΠΑΑΤ
«Οι Παγκόσμιες Επιδόσεις του Ελληνικού Αγροτικού Τομέα»
Ο αγροτικός τομέας, παραδοσιακά αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί κλάδο αιχμής για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Η συνεισφορά των αγροτικών προϊόντων στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγών είναι σημαντική. Το 2007, τα αγροτικά προϊόντα αποτελούσαν το 18,7% του συνολικού εξαγωγικού όγκου της χώρας μας. Ο κρίσιμος αυτός κλάδος για την ελληνική οικονομία παρουσιάζει τα τελευταία έτη αυξητική πορεία με μέσο ετήσιο ρυθμό για την πενταετία 2003-2007, 6%. Όμως, με εξαίρεση την περίοδο 2004-2005 όπου και σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εξαγωγών των αγροτικών σε ποσοστό 25.9%, έκτοτε ο κλάδος παρουσίασε σχετική στασιμότητα.
Αναφορικά με τις επιδόσεις των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα το 2007 κατέλαβε την 16η θέση στην Ευρώπη των 27, ενώ στην Ευρωζώνη τη 10η θέση στο σύνολο των 13 χωρών-μελών. Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα αποτελεί τον 21ο σε εξαγωγικό όγκο, κυριότερο προμηθευτή αγροτικών προϊόντων της Ευρώπης, σε παγκόσμια κλίμακα. Η επίδοση αυτή επαληθεύεται και από το γεγονός ότι το 2007, σχεδόν το 72% των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών είχε ως προορισμό την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο κυριότερος όγκος των ελληνικών αγροτικών προϊόντων εισάγεται από τη Γερμανία, ενώ δεύτερος σημαντικότερος εξαγωγικός εταίρος της χώρας μας είναι η Ιταλία, η οποία φημίζεται και η ίδια για την αξιόλογη παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Οι δυο αυτές χώρες, Γερμανία και Ιταλία, ουσιαστικά απορροφουν σχεδόν το 1/3 των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών. Σε αξιόλογο επίπεδο ανέρχονται επίσης και οι εξαγωγές αγροτικών προς το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ, την Κύπρο και τη Βουλγαρία με μερίδια που κυμαίνονται από 4.5% έως και 7.5%. Οι ΗΠΑ μάλιστα, λόγω της δυναμικής που εμφανίζει η αμερικάνικη αγορά, αποτελούν μία από τις αγορές-στόχους για τους Έλληνες εξαγωγείς. Η εξαγωγές αγροτικών προς τις ΗΠΑ μέσα στην πενταετία 2003-2007 αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό που αγγίζει το 6%. Με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης αυξάνονται οι εξαγωγές αγροτικών στη Ρωσία, που είναι ο 8ος εξαγωγικός εταίρος αγροτικών, καθώς για την ίδια πενταετία καταγράφεται μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης 21,6%.
Σε ότι αφορά την κλαδική ανάλυση, πρώτος εξαγωγικός κλάδος για το 2007, είναι αυτός των Παρασκευασμάτων Λαχανικών & Φρούτων και συνεισφέρει στις ελληνικές αγροτικές εξαγωγές σε ποσοστό 23.1%. Δεύτερος αγροτικός εξαγωγικός κλάδος είναι αυτός των Καρπών & Φρούτων με μερίδιο 15.8%, ενώ στην τρίτη θεση ακολουθούν τα Λίπη και Έλαια με μερίδιο που αγγίζει το 12%. Τέταρτος εξαγωγικός κλάδος είναι αυτός του Καπνού, που είναι όμως ο μοναδικός από τους 10 πρώτους αγροτικούς εξαγωγικούς κλάδους που εμφανίζουν στην πενταετία 2003-2007 τάση συρρίκνωσης, με ετήσιο ρυθμό 4.5%. Αξιόλογη αυξητική τάση εμφανίζει ο πέμπτος κατά σειρά αγροτικός εξαγωγικός κλάδος, αυτός των Γαλακτοκομικών, με ετήσιο ρυθμό που υπερβαίνει το 14% για την πενταετία.
Αναφορικά με τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων σε περιφερειακό επίπεδο, έπειτα από μελέτη που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών του ΣΕΒΕ, προκύπτει το συμπέρασμα ότι δυστυχώς η πλειονότητα των ελληνικών περιφερειών παρουσιάζει ισχνή εξωστρέφεια και χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι περιφέρειες της Κεντρικής Μακεδονίας, της Αττικής και της Πελοποννήσου αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου αγροτικών προϊόντων της χώρας, ενώ αντίστοιχα περιφέρειες, όπως αυτές της Νησιωτικής Ελλάδας εμφανίζουν οριακά μηδενικές αγροτικές εξαγωγές.
Οι υφιστάμενες διαπεριφερειακές ανισότητες τις οποίες παρουσιάζει η χώρα μας, δεν επιτρέπουν την ισόρροπη ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα στο σύνολο των ελληνικών περιφερειών. Η πόλωση των περιφερειών και η συνεχής ανάλωση πόρων σε συγκεκριμένες περιφέρειες και κλάδους δε μπορούν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη ανταγωνιστικότητας και εξωστρέφειας αποτελεσματικά. Σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύουμε ότι πρέπει να εντοπιστούν οι διαχρονικές αδυναμίες του αγροτικού τομέα, σχεδιάζοντας και υλοποιόντας παράλληλα στοχευμένες δράσεις με σκοπό την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας του ευαίσθητου αυτού κλάδου της ελληνικής οικονομίας.
Μία από τις κυριότερες αδυναμίες που εμφανίζει ο αγροτικός κλάδος στην Ελλάδα είναι το ζήτημα της πιστοποίησης της ποιότητας των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, καθώς η έλλειψη πιστοποίησης αλλά και της τυποποίησης λειτουργεί ανασταλτικά στη διείσδυση των ελληνικών αγροτικών προϊόντων σε αγορές του εξωτερικού και θα πρέπει να οργανωθούν δράσεις με σκοπό να αντιμετωπιστεί το χρόνιο αυτό πρόβλημα.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα για την αποτελεσματική ανάπτυξη του αγροτικού κλάδου είναι αυτό της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς κατά καιρούς έχουμε δει στη χώρα μας να γίνονται πολλές προσπάθειες για ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής οι οποίες όμως δεν έχουν διάρκεια. Επομένως, οι όποιες δράσεις γίνουν μελλοντικά υπέρ της ανάπτυξης του αγροτικού κλάδου θα πρέπει να υλοποιηθούν με γνώμονα την ορθολογική και ελεγχόμενη αξιοποίηση του φυσικού πλούτου, έτσι ώστε να προστατευθεί το φυσικό περιβάλλον και να μπορέσει να επιτευχθεί διάρκεια στην παραγωγή.
Επιπλέον, αναγκαία κρίνεται σε ένα μεγάλο βαθμό η αναδιάρθρωση των υφιστάμενων καλλιεργειών γεωργικών προϊόντων. Οι υφιστάμενες καλλιέργειες θα πρέπει να υποκατασταθούν επί το πλείστον με νέες εναλλακτικές καλλιέργειες με έμφαση στην καινοτομία, τα παράγωγα των οποίων είναι σαφώς πιο ανταγωνιστικά από τα παραδοσιακά αγροτικά προϊόντα. Σε αυτό το πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η ανακατανομή που πρέπει να πραγματοποιηθεί στο ανθρώπινο δυναμικό του αγροτικού τομέα. Το «γερασμένο» αγροτικό δυναμικό της χώρας μας, καθιστά αναγκαία την προσέλκυση νέων αγροτών, με γνώσεις, καινοτόμες ιδέες και διάθεση για δουλεία. Το ανθρώπινο δυναμικό αναμφίβολα είναι ακόμη ένα κρίσιμο συστατικό στο μίγμα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του κλάδου.
Ακόμη, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού τομέα, αναγκαίος κρίνεται ο σχεδιασμός και η υλοποίηση Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων Regional Marketing, με σκοπό την ανάπτυξη και προώθηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων σε επίπεδο περιφέρειας και γεωργικού προϊόντος. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί και στην οργάνωης δικτύων (clusters) προώθησης των ανταγωνιστικών αγροτικών προϊόντων, καθώς αποδεδειγμένα αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο διείσδυσης σε στοχευμένες αγορές.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους μας, υπουργεία, φορείες και επιχειρηματιές ότι ο αγροτικός κλάδος, είναι ένας κλάδος με δυναμική και αυτός είναι ένας παραπάνω λόγος για να την περαιτέρω ενίσχυση του. Δεν πρέπει να αφήσουμε την αγροτική επιχειρηματικότητα να νοσήσει όπως έγινε στο παρελθόν με άλλους κρίσιμους και προσοδοφόρους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
|